αὐτοκασίγνητος

αὐτο-κᾰσίγνητος, ,
A own brother, Il.2.706, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοκασίγνητος — αὐτοκασίγνητος, ο (θηλ. αὐτοκασιγνήτη, η) (Α) [κασίγνητος] αυτάδελφος, αδελφός …   Dictionary of Greek

  • αὐτοκασίγνητος — own brother masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτω — αὐτοκασίγνητος own brother masc nom/voc/acc dual αὐτοκασίγνητος own brother masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτοιο — αὐτοκασίγνητος own brother masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτοις — αὐτοκασίγνητος own brother masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτους — αὐτοκασίγνητος own brother masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτων — αὐτοκασίγνητος own brother masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασιγνήτῳ — αὐτοκασίγνητος own brother masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασίγνητοι — αὐτοκασίγνητος own brother masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκασίγνητον — αὐτοκασίγνητος own brother masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτο- — [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτός. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με ιδιαίτερη επίδοση στη μεθομηρική και όψιμη Ελληνική καθώς και στη Νεοελληνική. Κατά τη σύνθεση, ο τ. εμφανίζεται κανονικά με έκθλιψη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.